Ιαματικά λουτρά Υπάτης

Τα νερά προέρχονται από τις βροχές και τα χιόνια, που απορροφώνται από το έδαφος και κατέρχονται σε διάφορα βάθη, όπου θερμαίνονται και παραλαμβάνουν διάφορα στερεά συστατικά και αέρια που συναντούν κατά την υπόγεια διαδρομή τους στα διάφορα πετρώματα και ανέρχονται πάλι από τις σχισμές του εδάφους στην επιφάνεια.
Η θερμοκρασία και η φυσικοχημική σύσταση των ιαματικών νερών είναι διάφοροι αναλόγως του βάθους που προέρχονται και την φύση των πετρωμάτων από τα οποία διέρχονται. Από τα χημικά στοιχεία που περιέχουν τα ιαματικά νερά άλλα είναι σε στερεά κατάσταση και άλλα σε αεριώδη. Τα συνηθέστερα στερεά συστατικά των ιαματικών νερών είναι τα στοιχεία κάλλιο, νάτριο, ασβέστιο, σίδηρος, μαγγάνιο, μαγνήσιο και το αργίλιο. Από τα αέρια των ιαματικών πηγών τα συνηθέστερα είναι το υδρόθειο, το διοξείδιο του άνθρακα, το οξυγόνο και το άζωτο. Όπως είναι λοιπόν φανερό τα ιαματικά νερά αποτελούν διαλύματα δραστικών μεταλλικών στοιχείων, που ασκούν αξιόλογη και ευεργετική επίδραση στον οργανισμό του ανθρώπου κατά τη χρήση λουτρών.
Η πηγή της Υπάτης από την οποία αναβλύζει το ιαματικό νερό αποτελείται από ένα φυσικό ρήγμα του εδάφους περιμέτρου κατά του ανώτερου μέρος αυτού 30 μέτρων περίπου και μοιάζει με κρατήρα ηφαιστείου. Το ιαματικό νερό αναβλύζει στη θερμοκρασία των 33,5 °C και περιέχει όπως και τα άλλα ιαματικά νερά, τα στοιχεία που αναφέραμε. Κυριότερα όμως συστατικά του ιαματικού νερού της Υπάτης που διακρίνεται από άλλα ιαματικά νερά είναι το ανθρακικό οξύ διαλυμένο και σε ελεύθερη κατάσταση όπως το διοξείδιο του άνθρακα και το υδρόθειο. Τα δύο αυτά αέρια που βρίσκονται στο ιαματικό νερό της Υπάτης σε σημαντική αναλογία κατατάσσουν την πηγή σε μια ιδιαίτερη κατηγορία πηγών, των οξυανθρακούχων - υδροδειούχων , με αδιάφορη θερμοκρασία που είναι σπάνια και μοναδική προς χρήση λουτρών για τις παθήσεις της κυκλοφορίας. Η μεγάλη περιεκτικότητα της πηγής σε διοξείδιο του άνθρακα, 1,49 γραμ. κατά χιλιόγραμμο νερού και η συνύπαρξη του υδρόθειου οφείλεται στην ατμιδική ενέργεια ηφαιστείου και πιθανόν του ευρισκόμενου παρά την είσοδο του Μαλιακού κόλπου της Στυλίδας ηφαιστείου των Λιχάδων νήσων, παρότι απέχει από αυτό 30 χιλ. περίπου.